Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Η ΠΛΕΟΝΕΞΙΑ ( Μέρος 12 )

 

 ΙΕΖΑΒΕΛ, ΑΧΑΒ ΚΑΙ ΝΑΒΟΥΘΑΙ ( Μια διδακτική ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη, την οποία όσοι έχετε χρόνο παρακαλώ να τη διαβάσετε με πολλή προσοχή.)



ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄ ( ΠΑΛΑΙΑ  ΔΙΑΘΗΚΗ), ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 20.
Με ερμηνευτικά σχόλια από τον Κωνσταντίνο Στρατή, στο τέλος του αρχαίου κειμένου.)


ΚΑΙ ἀμπελὼν εἷς ἦν τῷ Ναβουθαὶ τῷ ᾿Ιεζραηλίτῃ παρὰ τῇ ἅλῳ ᾿Αχαὰβ βασιλέως Σαμαρείας. 2 καὶ ἐλάλησεν ᾿Αχαὰβ πρὸς Ναβουθαὶ λέγων· δός μοι τὸν ἀμπελῶνά σου καὶ ἔσται μοι εἰς κῆπον λαχάνων, ὅτι ἐγγίζων οὗτος τῷ οἴκῳ μου, καὶ δώσω σοι ἀμπελῶνα ἄλλον ἀγαθὸν ὑπὲρ αὐτόν· εἰ δὲ ἀρέσκει ἐνώπιόν σου, δώσω σοι ἀργύριον ἄλλαγμα ἀμπελῶνός σου τούτου, καὶ ἔσται μοι εἰς κῆπον λαχάνων. 3 καὶ εἶπε Ναβουθαὶ πρὸς ᾿Αχαάβ· μὴ γένοιτό μοι παρὰ Θεοῦ μου δοῦναι κληρονομίαν πατέρων μου σοί. 4 καὶ ἐγένετο τὸ πνεῦμα ᾿Αχαὰβ τεταραγμένον, καὶ ἐκοιμήθη ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτοῦ καὶ συνεκάλυψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ οὐκ ἔφαγεν ἄρτον. 5 καὶ εἰσῆλθεν ᾿Ιεζάβελ ἡ γυνὴ αὐτοῦ πρὸς αὐτὸν καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτόν· τί τὸ πνεῦμά σου τεταραγμένον καὶ οὐκ εἶ σὺ ἐσθίων ἄρτον; 6 καὶ εἶπε πρὸς αὐτήν, ὅτι ἐλάλησα πρὸς Ναβουθαὶ τὸν ᾿Ιεζραηλίτην λέγων· δός μοι τὸν ἀμπελῶνά σου ἀργυρίου· εἰ δὲ βούλῃ, δώσω σοι ἀμπελῶνα ἄλλον ἀντ᾿ αὐτοῦ· καὶ εἶπεν· οὐ δώσω σοι κληρονομίαν πατέρων μου. 7 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ᾿Ιεζάβελ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· σὺ νῦν οὕτω ποιεῖς βασιλέα ἐπὶ ᾿Ισραήλ; ἀνάστηθι καὶ φάγε ἄρτον καὶ σαυτοῦ γενοῦ, ἐγὼ δὲ δώσω σοι τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθαὶ τοῦ ᾿Ιεζραηλίτου. 8 καὶ ἔγραψε βιβλίον ἐπὶ τῷ ὀνόματι ᾿Αχαὰβ καὶ ἐσφραγίσατο τῇ σφραγίδι αὐτοῦ καὶ ἀπέστειλε τὸ βιβλίον πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς ἐλευθέρους τοὺς κατοικοῦντας μετὰ Ναβουθαί. 9 καὶ ἐγέγραπτο ἐν τοῖς βιβλίοις λέγων· νηστεύσατε νηστείαν καὶ καθίσατε τὸν Ναβουθαὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λαοῦ· 10 καὶ ἐγκαθίσατε δύο ἄνδρας υἱοὺς παρανόμων ἐξεναντίας αὐτοῦ, καὶ καταμαρτυρησάτωσαν αὐτοῦ λέγοντες· ηὐλόγησε Θεὸν καὶ βασιλέα· καὶ ἐξαγαγέτωσαν αὐτὸν καὶ λιθοβολησάτωσαν αὐτόν, καὶ ἀποθανέτω. 11 καὶ ἐποίησαν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως αὐτοῦ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ ἐλεύθεροι οἱ κατοικοῆντες ἐν τῇ πόλει αὐτοῦ, καθὼς ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς ᾿Ιεζάβελ καὶ καθὰ ἐγέγραπτο ἐν τοῖς βιβλίοις, οἷς ἀπέστειλε πρὸς αὐτούς. 12 καὶ ἐκάλεσαν νηστείαν καὶ ἐκάθισαν τὸν Ναβουθαὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λαοῦ, 13 καὶ εἰσῆλθον δύο ἄνδρες υἱοὶ παρανόμων καὶ ἐκάθισαν ἐξεναντίας αὐτοῦ καὶ κατεμαρτύρησαν αὐτοῦ λέγοντες· ηὐλόγηκας Θεὸν καὶ βασιλέα· καὶ ἐξήγαγον αὐτὸν ἔξω τῆς πόλεως καὶ ἐλιθοβόλησαν αὐτὸν ἐν λίθοις, καὶ ἀπέθανε. 14 καὶ ἀπέστειλαν πρὸς ᾿Ιεζάβελ λέγοντες· λελιθοβόληται Ναβουθαὶ καὶ τέθνηκε. 15 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ᾿Ιεζάβελ, καὶ εἶπε πρὸς ᾿Αχαάβ· ἀνάστα, κληρονόμει τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθαὶ τοῦ ᾿Ιεζραηλίτου, ὃς οὐκ ἔδωκέ σοι ἀργυρίου, ὅτι οὐκ ἔστι Ναβουθαὶ ζῶν, ὅτι τέθνηκε. 16 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ᾿Αχαὰβ ὅτι τέθνηκε Ναβουθαὶ ὁ ᾿Ιεζραηλίτης, καὶ διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ περιεβάλετο σάκκον· καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἀνέστη καὶ κατέβη ᾿Αχαὰβ εἰς τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθαὶ τοῦ ᾿Ιεζραηλίτου κληρονομῆσαι αὐτόν.
17 Καὶ εἶπεν Κύριος πρὸς ᾿Ηλιοὺ τὸν Θεσβίτην λέγων· 18 ἀνάστηθι καὶ κατάβηθι εἰς ἀπαντὴν ᾿Αχαὰβ βασιλέως ᾿Ισραὴλ τοῦ ἐν Σαμαρείᾳ, ὅτι οὗτος ἐν ἀμπελῶνι Ναβουθαί, ὅτι καταβέβηκεν ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτόν. 19 καὶ λαλήσεις πρὸς αὐτὸν λέγων· τάδε λέγει Κύριος· ὡς σὺ ἐφόνευσας καὶ ἐκληρονόμησας, διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἐν παντὶ τόπῳ, ᾧ ἔλειξαν αἱ ὕες καὶ οἱ κύνες τὸ αἷμα Ναβουθαί, ἐκεῖ λείξουσιν οἱ κύνες τὸ αἷμα σου, καὶ αἱ πόρναι λούσονται ἐν τῷ αἵματί σου. 20 καὶ εἶπεν ᾿Αχαὰβ πρὸς ᾿Ηλιού· εἰ εὕρηκάς με, ὁ ἐχθρός μου; καὶ εἶπεν· εὕρηκα, διότι μάτην πέπρασαι ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου παροργίσαι αὐτόν. 21 ἰδοὺ ἐγὼ ἐπάγω ἐπὶ σὲ κακὰ καὶ ἐκκαύσω ὀπίσω σου καὶ ἐξολοθρεύσω τοῦ ᾿Αχαὰβ οὐροῦντα πρὸς τοῖχον καὶ συνεχόμενον καὶ ἐγκαταλελειμμένον ἐν ᾿Ισραήλ· 22 καὶ δώσω τὸν οἶκόν σου ὡς τὸν οἶκον ῾Ιεροβοὰμ υἱοῦ Ναβὰτ καὶ ὡς τὸν οἶκον Βαασὰ υἱοῦ ᾿Αχιὰ περὶ τῶν παροργισμάτων, ὧν παρώργισας καὶ ἐξήμαρτες τὸν ᾿Ισραήλ. 23 καὶ τῇ ᾿Ιεζάβελ ἐλάλησε Κύριος λέγων· οἱ κύνες καταφάγονται αὐτὴν ἐν τῷ προτειχίσματι ᾿Ιεζράελ. 24 τὸν τεθνηκότα τοῦ ᾿Αχαὰβ ἐν τῇ πόλει φάγονται οἱ κύνες καὶ τὸν τεθνηκότα αὐτοῦ ἐν τῷ πεδίῳ φάγονται τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ. 25 πλὴν ματαίως ᾿Αχαάβ, ὃς ἐπράθη ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, ὡς μετέθηκεν αὐτὸν ᾿Ιεζάβελ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· 26 καὶ ἐβδελύχθη σφόδρα πορεύεσθαι ὀπίσω τῶν βδελυγμάτων κατὰ πάντα, ἃ ἐποίησεν ὁ ᾿Αμορραῖος, ὃν ἐξωλόθρευσε Κύριος ἀπὸ προσώπου υἱῶν ᾿Ισραήλ. 27 καὶ ὑπὲρ τοῦ λόγου, ὡς κατενύγη ᾿Αχαὰβ ἀπὸ προσώπου τοῦ Κυρίου καὶ ἐπορεύετο κλαίων καὶ διέρρηξε τὸν χιτῶνα αὐτοῦ καὶ ἐζώσατο σάκκον ἐπὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ ἐνήστευσε καὶ περιεβάλετο σάκκον ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐπάταξε Ναβουθαὶ τὸν ᾿Ιεζραηλίτην, καὶ ἐπορεύθη, 28 καὶ ἐγένετο ρῆμα Κυρίου ἐν χειρὶ δούλου αὐτοῦ ᾿Ηλιοὺ περὶ ᾿Αχαάβ, καὶ εἶπε Κύριος· 29 ἑώρακας ὡς κατενύγη ᾿Αχαὰβ ἀπὸ προσώπου μου; οὐκ ἐπάξω τὴν κακίαν ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ἐπάξω τὴν κακίαν.

Ερμηνευτικά σχόλια Κωνσταντίνου Στρατή.
Το γεγονός αυτό περιγράφεται στο βιβλίο ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ  Γ της Παλαιάς Διαθήκης και στο 20 κεφαλαιο.
Η ιστορια έχει ως εξής..
Ενας Ισραηλίτης με το όνομα Ναβουθαί είχε ενα χωράφι φυτεμένο με αμπέλι, κοντα στο παλάτι του Αχαάβ ο οποίος ήτανε βασιλιας της Σαμάρειας.
Και είπε ο Αχαάβ προς τον Ναβουθαί, δός μου το αμπέλι σου για να το κάμω λαχανόκηπο, επειδή είναι κοντα στο σπίτι μου. Και θα σου δώσω άλλο αμπέλι καλύτερο από αυτό. ή αν θέλεις μπορώ να στο πληρώσω, για να το κάμω λαχανόκηπο.
Και ο Ναβουθαι απάντησε στον βασιλέα, δεν μπορώ να δώσω σε σενα την κληρονομιά των προγόνων μου!
Ο Αχαάβ οταν άκουσε την άρνηση του Ναβουθαί μπήκε στο σπίτι του  σκυθρωπός και με κακή διάθεση, και σκέπασε από τη στενοχώρια του το πρόσωπο του και δεν ήθελε ούτε ψωμί να φαγει.
Και μπήκε στο δωμάτιό του η Ιεζάβελ , η γυναίκα του και του είπε τα εξής...
Γιατί είσαι ταραγμένος και δεν θέλεις να φας ούτε ψωμί?
Και ο Αχαάβ είπε στη γυναίκα του.. Μίλησα με τον Ισραηλίτη τον Ναβουθαί και του είπα..  Δός μου το αμπέλι σου και θα σου δώσω χρήματα, ή αν θέλεις θα σου δώσω αλλο αμπέλι καλύτερο από το δικό σου..
Και μου είπε δεν σου δίνω την κληρονομιά των προγόνων μου.
Και είπε προς αυτόν η Ιεζάβελ η γυναίκα του.. Είσαι εσυ βασιλιάς του Ισραήλ και συμεριφέρεσαι έτσι?
σήκω και φάγε ψωμί, και εγώ θα φροντίσω να σου δώσω το αμπέλι του Ναβουθαι του Ισραηλίτου.
 Πιο κάτω παρακαλώ  δώστε μεγάλη προσοχή για να δείτε τί έκανε  ηγυναίκα  Ιεζάβελ, για να αφαιρέσει από τον Ναβουθαί την ιδιοκτησία του που ητανε ενα αμπέλι κληρονομιά των προγόνων του.
Τί έκανε λοιπόν η Ιεζάβελ;
Εγραψε λοιπόν μια διαταγή στο όνομα του βασιλιά Αχαάβ του βασιλιά, εν αγνοία του, την εσφράγισε με το βασιλικό του δαχτυλίδι, και την απέστειλε προς τους πρεσβυτέρους και τους άρχοντας που κατοικούσαν στην ίδια περιοχή που κατοικούσε ο Ναβουθαί.
Και έγραφε μέσα στην επιστολή-διαταγή ..
(προσεχτε εδώ  η διεστραμμένη Ιεζάβελ χησιμοποιεί ακόμη και τη νηστεία για να εκτελέσει το πονηρό και διεστραμμένο σκοπό της),
"Νηστεύσατε με νηστεία, και βάλτε τον Ναβουθαί επικεφαλής του λαού..και βρείτε δυο άνδρες παράνομους και κακούς και βάλτε τους απέναντί του να ψευδομαρτυρήσουν κατά του Ναβουθαί  λέγοντας του..
Εσύ εβλασφήμισες  τον Θεό και τον βασιλέα, και βγάλτε τον έξω και λιθοβολήστε τον έως οτου να πεθάνει."
 Ετσι λοιπόν οι πρεσβύτεροι και οι αρχοντες της πόλης έκαμαν ακριβώς αυτά που τους μήνυσε η Ιεζάβελ μέσω των επιστολών της..
Εκαμαν νηστεία, για να εκτελέσουν το κακό! Οποίος εμπαιγμός προς τον Υψιστο Θεό!,  Και μετά έβαλαν τον Ναβουθαί επικεφαλής του λαού, και έβαλαν απέναντί του δύο ψευδομάρτυρες οι οποίοι είπαν :
"Ο Ναβουθαί βλαστήμισε το Θεό  και το βασιλέα.."
Τότε έβγαλαν τον δυστυχισμένο αθώο Ναβουθαί  εξω από την πόλη, τον λιθοβόλησαν με πέτρες εως θανάτου και πέθανε.
Κατοπιν ενημέρωσαν την Ιεζάβελ οτι ο Ναβουθαί πέθανε με λιθοβολισμό. 
Μόλις το άκουσε αυτό η  Ιεζάβελ είπε στον Αχααβ τον άνδρα της και βασιλιά...
Σήκω και πήγαινε να κληρονομήσεις=να αρπάξεις το χωράφι του Ναβουθαί του Ισραηλίτη που δεν στο πουλούσε όταν του έδινες χρήματα, γιατί ο Ναβουθαί δεν ζει πια, λιθοβολήθηκε και πέθανε.
Και ο Αχαάβ μόλις άκουσε ότι πέθανε ο Ναβουθαί, προσποιήθηκε ότι στενοχωρήθηκε έσχισε τα ρούχα του  υποκριτικά, ντύθηκε με σάκκο ότι δήθεν πενθεί, αλλά σε λίγο κατέβηκε και πήγε και άρπαξε τον αμπελώνα του Ναβουθαί.


Δείτε το μέγεθος της υποκρισίας του πλεονέκτη ανθρώπου, χρησιμοποιεί ακόμη και τη θρησκεία, υποκριτικά κάνει πως στενοχωριέται, νηστεύει, κοινωνεί των αχράντων μυστυρίων, εκτελεί στο ακέραιο τα θρησκευτικά του καθήκοντα, και απ[ό την άλλη μερια προσπαθεί να αφαιρέσει το αμπελκάκι του Νεβουθαί.
Ομως τί θα κάμει ο Παντοδύναμος Θεός;
Θα αφήσει ατιμώρητη μια τόσο μεγάλου μεγέθους αδικία;
Οχι βέβαια καθώς θα δούμε στη συνέχεια.

Συνεχίζεται



Κωνσταντίνος Στρατής
Ψάλτης Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Μεσσαριάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ. ΙΩΑΝΝΟΥ 12 : 1-18

  Π ρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν ο Ιησούς εἰς Βηθανίαν͵ ὅπου ἦν Λάζαρος͵ο τεθνηκώς ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν Ἰησοῦς. 12.2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπν...